• Άρθρο του ΝΙΚΟΥ ΤΣΟΥΚΑΛΑ (Λογιστής Α' τάξης και Πρόεδρος της Ένωσης Λογιστών Φοροτεχνικών Ελευθέρων Επαγγελματιών Νομού Ζακύνθου)
 
Η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας δεν είναι και η καλύτερη  από εκείνη που επικρατούσε κατά την είσοδό της χώρας  στον μνημονιακό κύκλο. Τα στοιχειά που διαβάζουμε δείχνουν το δημόσιο χρέος να έχει σκαρφαλώσει στο 236% του ΑΕΠ (ενώ το 2010 κατά το χρόνο υπογραφής του πρώτου μνημονίου ήταν στο 125%).
Το δεύτερο τρίμηνο της φετινής χρονιάς το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 16,2% όμως  εξίσου σημαντικά παρατηρούμε  το δίδυμο αδελφάκι του το εμπορικό έλλειμμα να  αυξάνετε κατά 17,1%. Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική εάν αντιληφθούμε ότι η αύξηση του ΑΕΠ οφείλεται μόνον κατά 1,5 μονάδα στις επενδύσεις και 10,4 πραγματοποιήθηκε  από την κατανάλωση. Το μέγα πρόβλημα τις χαμηλής ανταγωνιστικότητα συνεχίζει να χαρακτηρίζει την ελληνική οικονομία. Ακόμη και σήμερα μετά από 10 έτη «μνημονιακών συνταγών» - το εμπορικό έλλειμμα διευρύνεται. Η επενδύσεις στην παραγωγή είναι ακόμα ανύπαρκτες και η διαφορά στο εμπορικό ισοζύγιο είναι στην ίδια κατάσταση και ίσως με αυξητικές τάσεις. Η κατανάλωση αυξήθηκε αυτό το εξάμηνο λόγο των επιδοτήσεων στους εργαζόμενους και στις επιχειρήσεις λόγο covid από τον κράτος.
Είναι γνωστό τοις πάσι ότι τα ελληνικά ομόλογα  από άποψη «επενδυτικής βαθμίδας» ακόμη και σήμερα χαρακτηρίζονται ως «σκουπίδια» , διατηρούν την εμπορευσιμότητά τους γιατί υπάρχει πάντοτε ένας τελικός αγοραστής η ΕΚΤ. Όμως, και αυτό το χρηματοοικονομικό  εργαλείο ( έκτακτο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων (PEPP)) έχει ημερομηνία λήξης. Το ίδιο και η αναστολή της ενισχυμένης «μεταμνημονιακής» εποπτείας. Κάποια στιγμή, το επόμενο έτος, όλες αυτές οι υποχρεώσεις  θα χτυπήσουν την πόρτα της χώρας μας και πρέπει να είμαστε έτοιμοι να τα αντιμετωπίσουμε αυτές τις υποχρεώσεις.
Οι  πρόσφατες  εξαγγελίες του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ έχουν θετικό πρόσημο  και κάποιες από τις φοροελαφρύνσεις έχουν αναπτυξιακό πρόσημο και μπορούν να συμβάλουν στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας  όπως : 1)η μείωση του φόρου των επιχειρήσεων στο 22% , 2)η μείωση του μη μισθολογικού κόστους, 3)η μείωση του φόρου συγκέντρωσης κεφαλαίου, 4) τα κίνητρα για συγχωνεύσεις επιχειρήσεων, 5) Η αναστολή της εισφοράς αλληλεγγύης και το 2022, 6) η μείωση της επιστροφής της «επιστρεπτέας προκαταβολής » που δόθηκε στις πληττόμενες επιχειρήσεις  ως αντιστάθμισμα στο υψηλό τραπεζικού κόστος δανεισμού των επιχειρήσεων και πάντα με την ρήτρα της διατήρησης των θέσεων εργασίας.
Τέλος να μην ξεχνάμε  την ανεργία των νέων η οποία φτάνει στο 37%, καθιστώντας τη χώρα μας πρωταθλήτρια σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Από τις  πολιτικές που προτείνονται , επιχειρείται για άλλη μια φορά να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα με βραχυχρόνια επιδότηση της απασχόλησης και όχι με ουσιαστική ανάπτυξη δεξιοτήτων και σύνδεση  τις με της  απαιτήσεις της αγοράς εργασίας. Επίσης υπάρχει μεγάλο έλλειμμα και διάθεση από το ανθρώπινο δυναμικό στις αρμόδιες κρατικές οντότητες που είναι  επιφορτισμένες με την ευθύνη  της υλοποιήσεις αυτών των πολιτικών, να δουλέψουν και να φέρουν εις πέρας όλο αυτό το έργο. Τα κόμματα δεν θέλουν μα ακουμπήσουν καθόλου αυτό το μείζον πρόβλημα και εν μένουν στην επιδοματική στρατηγική χωρίς να εξηγούν την πηγή άντλησης των πόρων.
Το πολιτικό προσωπικό της χώρας πρέπει να ομονοήσει και να υπάρξει συνεννόηση για την αλλαγή στρατηγικής της χώρας μας  στις επενδύσεις και την ανάπτυξη ,πρέπει να αναληφθούν πως κοινός τόπος είναι η εξωστρέφεια της ελληνικής οικονομίας και η αύξηση των εξαγωγών, πρέπει επειγόντως  να βελτιωθεί το εμπορικό  ισοζύγιο, είναι μονόδρομος για την χώρα μας στο να  γίνουμε φιλική προς τις επενδύσεις. Δεν πρέπει να ξεχνάμε τις μέρες των υπογραφών των μνημονίων και τον τρόπο που οι δανειστές συμπεριφέρονταν στην χώρα μας.
ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ Γ. ΝΙΚΟΣ